metavoliko2
Το μεταβολικό σύνδρομο (ΜΣ) ή σύνδρομο αντί­στασης στην ινσουλίνη, χαρακτηρίζεται από διαταραχές όπως η παχυσαρκία (κυρίως η κεντρικού τύπου), η δυσλιπιδαιμία, η υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης.

Αντίσταση στην ινσουλίνη είναι η μεταβολική κατάσταση στην οποία φυσιολογική συγκέντρωση ινσουλίνης δεν επαρκεί να προκαλέσει την αντίστοιχη αντίδραση από τα κύτταρα του λιπώδους, του μυϊκού και του ηπατικού ιστού. Η ινσουλινοαντίσταση δεν είναι νόσος, είναι όμως κεντρική μεταβολική διαταραχή που οδηγεί αναπόφευ­κτα στην αθηρωμάτωση και την καρδιαγγειακή νόσο.

Υπάρχουν διάφορες προτάσεις τεκμηρίωσης του ΜΣ από μεγάλους οργανισμούς: WHO (Παγκόσμιος Οργανι­σμός Υγείας), NCEP-ATP III (Αμερικάνικη Επιτροπή Εκ­παίδευσης για τη Χοληστερόλη), IDF (Διεθνής Ένωση Σ. Διαβήτη).

Πίνακας. Κριτήρια τεκμηρίωσης μεταβολικού συνδρόμου (NCEP-ATP III 2001).

Παράγοντας Κριτήρια
Σάκχαρο νηστείας >110mg%
Τριγλυκερίδια >150mg%
HDL-χοληστερόλη <40 mg% Άνδρες <50 mg% Γυναίκες
Συστολική αρτηριακή πίεση/ Διαστολική αρτηριακή πίεση > 130/85 mmHg
Περιφέρεια μέσης >102 cm Άνδρες >88 cm Γυναίκες

(Παρουσία συνδρόμου: 3 ή περισσότερα από τα ανωτέρω κριτήρια)

Κριτήρια τεκμηρίωσης Μεταβολικού Συνδρόμου (WHO)

1. Παθολογικά επίπεδα ινσουλίνης, ή γλυκόζης νηστείας, ή αυξημένη μετά φόρτιση γλυκόζη και δύο
από τα ακόλουθα κριτήρια:

α. Κοιλιακή παχυσαρκία με, είτε μέση/ισχίο >0,9,είτε ΔΜΣ >30, ή περίμετρο μέσης >94 cm (άν­δρες) και 80 cm (γυναίκες)

β.Τριγλυκερίδια >Ί50 mg/dl, ή HDL χοληστερόλη <35 mg/dl

γ. Πίεση αίματος > 140/90 mm Hg, ή υπό θεραπεία.

 

metavoliko3Οι διάφορες ταξινομήσεις συνδέονται με διαφορετι­κές προσεγγίσεις σχετικά με το αίτιο του ΜΣ. Η προσέγγι­ση του WHO ουσιαστικά θεωρεί την ινσουλινοαντίσταση πρωταρχικό αίτιο που οδηγεί σε λιπόλυση και λιποτοξι-κότητα ενώ η προσέγγιση του NCEP θεωρεί την κοιλια­κή παχυσαρκία αφετηριακή αιτία του ΜΣ, με τον λιπώδη ιστό να εκκρίνει κυτταροκίνες, και κυρίως τον παράγοντα

TNFa που επιδρά αρνητικά στον υποδοχέα της ινσουλί­νης και συμβάλλει στη δημιουργία ινσουλινοαντίστασης.

Στο ΜΣ συνοπτικά έχουμε τις εξής διαταραχές στα λι­πίδια: α) αυξημένη ροή ελεύθερων λιπαρών οξέων προς το ήπαρ, β) Αυξημένη ηπατική παραγωγή VLDL με αυξη­μένα επίπεδα τριγλυκεριδίων, γ) αυξημένη συγκέντρωση μικρών πυκνών μορίων LDL, δ) μειωμένη συγκέντρωση HDL χοληστερόλης και ε) αυξημένα επίπεδα απολιπο-πρωτεΐνης Β.

Όπως προαναφέρθηκε, η παραγωγή και απελευθέρω­ση ΕΛΟ στην κυκλοφορία είναι μεγαλύτερη στα λιποκύτ-ταρα του σπλαχνικού από του υποδόριου λίπους λόγω αυξημένης λιπόλυσης στο πρώτο. Αυτό συμβαίνει τόσο σε παχύσαρκα όσο και σε μη παχύσαρκα άτομα. Τα προϊ­όντα της λιπόλυσης (ΕΛΟ) του σπλαχνικού λίπους (μόνο) παροχετεύονται οτην πυλαία κυκλοφορία, μεταφερόμε­να έτσι κατευθείαν στο ήπαρ. Είναι προφανές ότι η προ­σφορά των ΕΛΟ στο ήπαρ είναι ανάλογη της μάζας του σπλαχνικού λίπους. Έτσι, στην κεντρικού τύπου παχυ­σαρκία έχουμε αυξημένη παροχή ΕΛΟ στο ήπαρ, αφενός λόγω της μεγάλης μάζας σπλαχνικού λίπους αφετέρου δε λόγω της εντονότερης λιπόλυσης που συμβαίνει σε αυτό. Οι μεταβολικές διεργασίες που συμβαίνουν στο ήπαρ από την αυξημένη παροχή ΕΛΟ σε αυτό, συνοδεύονται από αυξημένη παραγωγή γλυκόζης και τριγλυκεριδίων και αναστολή της κάθαρσης της ινσουλίνης, με αποτέλε­σμα υπεργλυκαιμία, υπερινσουλιναιμία και δυσλιπιδαι-μία. Πολλές μελέτες έχουν δείξει τη συσχέτιση ανάμεσα στην αυξημένη παραγωγή ΕΛΟ και στην αντίσταση στην ινσουλίνη και την υπερινσουλιναιμία.

Η αυξημένη συγκέντρωση των ΕΛΟ στο ήπαρ, φυσι­ολογικά προάγει την ενδοηπατική σύνθεση τριγλυκεριδί­ων. Η ινσουλίνη, η οποία ευνοεί την αποδόμηση της apo Β-100, στην ινσουλινοαντίσταση χάνει την ιδιότητα της αυτή, με αποτέλεσμα τη μείωση της αποδόμησης της apo Β-100. Συνέπεια των ανωτέρω είναι η αυξημένη παραγω­γή και έκκριση VLDL από το ήπαρ στην κυκλοφορία. Στην ινσουλινοαντίσταση παράλληλα, παρατηρείται μειωμένη κάθαρση των VLDL από την κυκλοφορία λόγω του γεγο­νότος ότι τα μόρια VLDL καταβολίζονται (κύρια) μέσω των υποδοχέων LDL που στην ινσουλινοαντίσταση παρατη­ρείται μείωση της σύνθεσης τους. Τελική συνέπεια είναι η αυξημένη συγκέντρωση των VLDL στην κυκλοφορία.

metavoliko4Αυξημένη μεταγευματική λιπαιμία

Κατάτη μεταγευματική φάση,τατριγλυκερίδια των χυ-λομικρών που προέρχονται από την τροφή, υδρολύονται από την LPL στα τοιχώματα των τριχοειδών, ελευθερώ­νονται στην κυκλοφορία τα ΕΛΟ και παράγονται τα υπο­λείμματα χυλομικρά. Αυτά καταβολίζονται διαμέσου των υποδοχέων LDLR και LRP. Επειδή η δραστικότητα της LPL ρυθμίζεται από την ινσουλίνη, στην ινσουλινοαντίσταση, επί παχυσαρκίας, η αδυναμία της ινσουλίνης να επάγει τη δράση της LPL προκαλεί την αυξημένη συγκέντρωση των υπολειμμάτων χυλομικρών στην κυκλοφορία11.

Η αυξημένη συγκέντρωση υπολειμμάτων λιποπρωτε-ϊνών έχει άμεση παθογόνο δράση στο ενδοθήλιο, διηθώ­ντας το αρτηριακό τοίχωμα και συμβάλλοντας στη δημι­ουργία αθηρωματικών πλακών.

Στην παθογόνο δράση επί του ενδοθηλιακού τοιχώ­ματος συμβάλλουν και βιολογικοί παράγοντες φλεγμονής (κυτταροκίνες και μόρια προσκόλλησης), των οποίων με-ταγευματικά αυξάνεται η συγκέντρωση τους στο πλάσμα.

Αν και η ινσουλίνη έχει κύριο ρόλο στη δραστικότητα της LPL, δεν είναι η μόνη που καθορίζει την κάθαρση της μεταγευματικής λιπαιμίας. Ο παράγοντας TNFa συντελεί στην αντίσταση στην ινσουλίνη, ενώ η αδιπονεκτίνη και η ASP (πρωτείνη για την ακυλίωση των λιπών) αυξάνουν τον καταβολισμό των πλούσιων σε τριγλυκερίδια λιπο-πρωτεϊνών12.

Αυξημένη συγκέντρωση μικρών και πυκνών μορίων LDL

Λόγω της αυξημένης συγκέντρωσης των VLDL και της παρατεταμένης παραμονής τους στην κυκλοφορία, στην ινσουλινοαντίσταση έχουμε αυξημένη ανταλλαγή εστέ­ρων χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων μεταξύ VLDL και LDL (και HDL) αντιστοίχως. Σχηματίζονται LDL εμπλου­τισμένες σε τριγλυκερίδια, που υδρολύονται από την ηπατική λιπάση (HL) και σχηματίζονται μικρά και πυκνά μόρια LDL. Η δραστικότητα της ηπατικής λιπάσης είναι αυξημένη στην ινσουλινοαντίσταση.

Οι μικρές και πυκνές LDL είναι επιδεκτικές σε χημική τροποποίηση (οξείδωση και γλυκοζυλιωση) και ιδιαίτερα αθηρογόνες, προσλαμβανόμενες άπληστα (χωρίς μηχανι­σμό παλίνδρομης ανάδρασης) από τους καθαριστές υπο­δοχές SR-A και στην πορεία προκαλούν το σχηματισμό των αφρωδών κυττάρων, οδηγώντας στο σχηματισμό αθηρωματικών πλακών.

Βιβλιογραφία

1. Haffner SM, Mykkanen L, Festa A, Burke JP, Stern MP. Insulin-resistant prediabetic subjects have more atherogenic risk fac­tors than insulin-sensitive prediabetic subjects: implications for preventing coronary heart disease during the prediabetic state. Circulation. 101:975-980,2000.

2. Tschritter O, Fritsche.A,Thamer.C, Haap.M, Shirkavand.F, Rahe.S, Staiger.H, Maerker.E, Haring.H, Stumvoll.M: Plasma adiponectin concentrations predict insulin sensitivity of both glucose and lipid metabolism. Diabetes 52:239-243,2003.

3. Rallidis LS, Megalou AA, Papageorgakis NH, Trikas AG, Chatzi-dimitriou Gl, Tsitouris GK. Plasminogen activator inhibitor 1 is elevated in the children of men with premature myocardial in­farction. Thromb Haemost. 1996 Sep;76(3):417-21.

4. Ruderman N, Chrisholm D, Pi-Sunnyer FX, Schneider S. The metabolicaly obese, normal-weight-weight individual revisited. Diabetes 1998,47:699-713.

5. Savva SC, Kourides Y, Tornaridis M, Epiphaniou-Savva M, Chad-jigeorgiou C, Kafatos A. Obesity in children and adolescents in Cyprus. Prevalence and predisposing factors. Int J Obes Relat Metab Disord, 2002,26(8):1036-45.

6. Καμπύλες Ανάπτυξης Παιδιών και Εφήβων. Παρατηρήσεις για την Παιδική Παχυσαρκία στην Ελλάδα. Εισήγηση Καθηγητού Γεωργίου Χρούσου. Δελτ. Α’ Παιδιατρ. Κλιν. Παν. Αθην. 2003; 50:136-156).

 

Βιότυπος ΑΕ
Βιοχημικό Τμήμα


Κωνσταντιανός Δημήτρης
Ph.D. Αναλυτικής Χημείας, Κλινικός Χημικός